
Ας το πάρουμε απόφαση: το ελληνικό καλοκαίρι ανήκει πλέον στις μεσαίες τάξεις άλλων κρατών, όχι σε όσους το κατοικούν από την αρχαιότητα.
Είναι μια πολιτική επιλογή που έγινε ερήμην μας (δείτε τα τέρατα στις παρθένες παραλίες) και που φέτος, με το νέο κύμα ακρίβειας του πολέμου, θα τη ζήσουμε στην πιο ακραία της εκδοχή
Τώρα που άλλαξε η ώρα και το φως τελειώνει πια στις οκτώ, πολλοί σκεφτήκαμε το καλοκαίρι. Εγώ επέστρεψα σχεδόν αυτόματα στην περσινή μου εμπειρία («Ελληνας μικροαστός σε διακοπές στις Κυκλάδες») όταν αποτόλμησα να επισκεφθώ για λίγες ημέρες ένα πανέμορφο νησί και διαπίστωσα ότι έχει γίνει πλέον απρόσιτο για τον μέσο μισθωτό. Αν δηλαδή δεν είχες ξεκοκαλίσει κάποιο ΕΣΠΑ ή μιας απευθείας ανάθεση ήταν απλά αδύνατο να αντιμετωπίσεις το κόστος.
Ενώ όλα αυτά τα γλυκούτσικα ότι υπάρχουν «διαμαντάκια» και «γωνίτσες» που αντέχουν ακόμη, είναι μάλλον για τα advertorial των περιοδικών. Κοινώς, εμείς της μεσαίας τάξης (της ελληνικής με διαθέσιμο εισόδημα Βουλγαρίας) ήταν πέρυσι αδύνατο να «χτυπήσουμε» στο χρηματιστήριο της καλοκαιρινής ανάπαυλας τους προορισμούς της νεανικής μας ηλικίας.
Αυτοί ανήκουν πλέον στις μεσαίες τάξεις άλλων κρατών που έφυγαν (πολύ) μπροστά από την Ελλάδα τα τελευταία 16 χρόνια, και μέσω του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, διαμόρφωσαν το κόστος των διακοπών στα ελληνικά νησιά στα δικά τους στάνταρ —που απέχουν πια πολύ από την (προ)τελευταία χώρα της ΕΕ με βάση το διαθέσιμο εισόδημα.
Παράλληλα, ίσως το σημαντικότερο και το ερμηνευτικό κλειδί, το Αρχιπέλαγος Τσιμέντο —όπως ονόμασε το Protagon μια σειρά άρθρων και ερευνών— εικονογραφεί τα τέρατα που αδειοδοτούνται (ως τάχα «στρατηγικές επενδύσεις») και ήδη ορθώνονται στις παρθένες παραλίες των ωραιότερων ελληνικών νησιών (Μήλος, Αστυπάλαια, Σκύρος, Τζια, Πάρος — ο κατάλογος είναι ατελείωτος και ασύμμετρος). Είναι μια πολιτική επιλογή που έγινε ερήμην μας και που φέτος, με το νέο κύμα ακρίβειας του πολέμου, θα τη ζήσουμε στην πιο ακραία της εκδοχή.
Θα είναι το πιο ακριβό καλοκαίρι της ζωής μας και μακάρι η λέξη «ακριβό» να ήταν σε εισαγωγικά ή να το λέγαμε μεταφορικά —τότε θα σήμαινε αξιομνημόνευτο, κάτι που θα κρατούσαμε στο συρτάρι και μετά, όπως έγραψε πέρυσι ένας υπουργός μιλώντας για τα ηλιοβασιλέματα όσων δεν πήγαν διακοπές (λόγω της πολιτικής που ο ίδιος στηρίζει!)… Σε αυτό το φόντο, η φετινή σεζόν ξεκινάει με έναν ακόμη κόμπο στον λαιμό.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επαναφέρει την ενεργειακή αβεβαιότητα και περνάει γρήγορα στο κόστος μεταφοράς. Τα ακτοπλοϊκά, τα τρόφιμα, τα καύσιμα, τα αεροπορικά εισιτήρια είναι ήδη αλλού και για άλλους -όχι για τον «έλληνα μικροαστό» που περιέγραφα πέρυσι. Την κατεύθυνση τη βλέπουμε ήδη στα σούπερ μάρκετ.
Οι τιμές στο ράφι εκτοξεύτηκαν ενώ πάντοτε στην Ελλάδα οι αποκλιμακώσεις αργούν. Ακόμη κι αν τελειώσει ο πόλεμος πριν τον Ιούνιο κανείς δεν εμποδίζει (γιατί κανείς δεν τους ελέγχει) τους μεγάλους λιανεμπόρους να επαναλάβουν το περσινό πάρτι ανατιμήσεων με πρόσχημα την τουριστική ζήτηση. Συνήθως «ομάδα -βλ. συνταγή- που κερδίζει δεν αλλάζει».
Το αποτέλεσμα του πολέμου είναι ήδη η αυξημένη καθημερινή πίεση πολύ πριν μπουν στα κάδρο οι διακοπές. Αν προστεθεί και το κόστος της στέγης —που έχει ήδη απορροφήσει μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος— η εικόνα γίνεται πιο καθαρή. Η άνοδος των ενοικίων, η διάχυση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η περιορισμένη προσφορά κατοικίας έχουν διαμορφώσει μια αγορά που δεν αφήνει περιθώρια «ανάσας».
Ετσι, το καλοκαίρι δεν ξεκινά από μηδενική βάση, αλλά από ένα ήδη επιβαρυμένο εισοδηματικό υπόβαθρο. Δεν είναι μόνο ότι οι διακοπές κοστίζουν περισσότερο αλλά ότι έχει προηγηθεί μια χρονιά που έχει ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια.
Την ίδια στιγμή, η οικονομία «τρέχει», αλλά δεν τρέχουμε όλοι μαζί της. Η ανάπτυξη διατηρείται, η εικόνα της χώρας στις αγορές έχει βελτιωθεί, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχωρεί.
Ομως αυτό το μακροοικονομικό ισοζύγιο δεν μεταφράζεται γραμμικά στο διαθέσιμο εισόδημα. Οι μισθοί αυξάνονται, αλλά το κόστος ζωής κινείται ταχύτερα. Οι παρεμβάσεις στήριξης κρατούν τη ζήτηση όρθια, αλλά σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά οι τιμές δύσκολα υποχωρούν.
Είναι η γνωστή, αλλά πλέον απτή, αντίφαση μιας «ζεστής» οικονομίας: αποδίδει συνολικά, πιέζει ατομικά. Το αποτέλεσμα είναι ότι το φετινό καλοκαίρι δεν θα είναι απλώς ακριβό. Θα είναι άνισο. Γιατί διαμορφώνεται σε μια οικονομία που τιμολογεί με διεθνή δεδομένα, αλλά αμείβει με εγχώριους όρους.
Και αυτή η απόσταση δεν καλύπτεται με ευχές ούτε με μικρές διορθωτικές κινήσεις. Ετσι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το ερώτημα δεν είναι πού θα πάμε διακοπές, αλλά αν το ελληνικό καλοκαίρι —όπως το γνωρίσαμε— παραμένει προσβάσιμο για εκείνους που το κατοικούν (από την αρχαιότητα).
Πηγή: Protagon.gr-Αργύρης Παπαστάθης














