
ΔΗΛΩΣΗ – ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ
Με ενδιαφέρον διαβάσαμε τη δημόσια διαμαρτυρία του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων σχετικά με το περιεχόμενο του νέου σχολικού βιβλίου και τις αναφορές στη βλάχικη (αρμανική) γλώσσα.
Καταρχάς, η αναγνώριση της ύπαρξης της αρμανικής/βλάχικης γλώσσας δεν συνιστά απειλή για κανέναν. Η αρμανική ομιλείται εδώ και αιώνες στον ελλαδικό χώρο και αποτελεί σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς των Βλάχων.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις και απόψεις εντός της βλάχικης κοινότητας σχετικά με τη γλώσσα και τη διδασκαλία της. Πολλοί σύλλογοι, φορείς, φυσικοί ομιλητές, ερευνητές και πολίτες εκφράζουν ενδιαφέρον για τη διάσωση και την ενίσχυση της γλώσσας. Παράλληλα, η εκπροσώπηση των συλλόγων και η δραστηριότητά τους αποτελούν ζητήματα που μπορούν να εξετάζονται με διαφάνεια και τεκμηρίωση.
Επιπλέον, είναι χρήσιμο η συζήτηση να επικεντρώνεται στο ουσιαστικό ζήτημα της διατήρησης της γλώσσας, αποφεύγοντας γενικεύσεις ή υποθέσεις που ενδέχεται να δημιουργούν παρερμηνείες. Η προστασία μιας γλώσσας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διεκδίκηση μειονοτικού καθεστώτος, ούτε η διδασκαλία της συνιστά απειλή για την εθνική συνοχή.
Σε ό,τι αφορά τη γραφή της αρμανικής, αξίζει να σημειωθεί ότι η χρήση λατινικού αλφαβήτου έχει ιστορικές ρίζες. Η αρμανική γλώσσα καταγράφηκε ήδη από τον Μιχαήλ Γ. Μποϊατζή στη Βιέννη το 1813 με λατινική γραφή, σε μια σημαντική προσπάθεια συστηματικής αποτύπωσης της γλώσσας των Βλάχων. Η γραφή αυτή αποτέλεσε τη βάση για μεταγενέστερες προσπάθειες τυποποίησης και εκσυγχρονισμού.
Το 1997, στο διεθνές συνέδριο του Μοναστηρίου (Bitola), με τη συμμετοχή εκπροσώπων και ειδικών από πολλές χώρες, υιοθετήθηκε ένα αναθεωρημένο ενιαίο σύστημα γραφής για την αρμανική γλώσσα. Από την Ελλάδα συμμετείχα προσωπικά υπό την ιδιότητά μου ως Αντιπροέδρου του European Bureau for Lesser Used Languages (EBLUL), συμβάλλοντας στη διεθνή αυτή διαδικασία. Η χρήση λατινικής γραφής στην αρμανική εντάσσεται, επομένως, σε μια μακρά επιστημονική και πολιτιστική παράδοση των ίδιων των Αρμάνων/Βλάχων.
Αντίστοιχα, η χρήση της ονομασίας «Sutsata Armanilor» ή άλλων αρμανικών όρων από συλλόγους αντανακλά τη χρήση της ίδιας της γλώσσας των Βλάχων και την επιθυμία διατήρησής της.
Οι Βλάχοι υπήρξαν και παραμένουν αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, με σημαντική συμβολή στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η διατήρηση της γλώσσας τους μπορεί να ιδωθεί ως στοιχείο πολιτιστικού πλούτου.
Τέλος, θεωρούμε σημαντικό η δημόσια συζήτηση να διεξάγεται με σεβασμό, επιστημονική τεκμηρίωση και δημοκρατικό πνεύμα, αναγνωρίζοντας την πολυφωνία των απόψεων και αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς που ενδέχεται να δημιουργούν εντάσεις.
Δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τη διάσωση, τη διδασκαλία, την καταγραφή και τη δημόσια χρήση της αρμανικής/βλάχικης γλώσσας, αξιοποιώντας κάθε δημοκρατικό και θεσμικό μέσο σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Σωτήρης Μπλέτσας














